Ο λοχαγός του τρόμου - Κλάους Μπάρμπι



O φοβερός «Χασάπης της Λυών» ή αλλιώς η προσωποποίηση της αγριότητας των Ες Ες





Λένε πως σε ένα πόλεμο(ειδικά αν αυτός έχει την ιστορική σημασία και το ειδικό βάρος του Δευτέρου Παγκοσμίου) είναι πολύ δύσκολο να μπορέσεις να διακρίνεις τους πραγματικούς εγκληματίες. Η αποδιδόμενη στον Τσόρτσιλ ρήση που υπαγορεύει πως «Η ιστορία γράφεται από τους νικητές» όσο κλισέ κι αν ακούγεται καταφέρνει πάντα να δημιουργεί ένα πηχτό σύννεφο αμφιβολιών, το οποίο όταν κατακάτσει καθιστά σχεδόν αδύνατο το προνόμιο της απλής φράσης «Τα πράγματα είναι έτσι...».
Κι όμως καμιά φορά το αίμα που έτρεξε κάνει τις στυγερές πράξεις να αποκτούν μια απόκοσμη λάμψη, όμοια με αυτής του «Σιδερένιου Σταυρού με Ξίφη» που ειρωνικά λες στόλιζε το πέτο του λοχαγού των Ες Ες Κλάους Μπάρμπι.

Η αρχή
Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου στα προάστια της Βόννης γεννήθηκε ένα παιδί που θα έμενε στην ιστορία για πολύ δυσάρεστους λόγους. Πλάι λοιπόν στις όχθες του Ρήνου μεγαλώνει ο Κλάους, γόνος Ρωμαιοκαθολικής οικογένειας που εξωτερικά μοιάζει απόλυτα υγιής. Οι δύο γονείς του, δάσκαλοι στο επάγγελμα, σκοπεύουν ο γιος τους να σπουδάσει Θεολογία. Όμως στα 1933 ο θάνατος του πατέρα του, που πίσω από το προφίλ του αυστηρού παιδαγωγού έκρυβε μία πολύ βίαια προσωπικότητα που είχε προβλήματα αλκοολισμού, αλλάζει τα δεδομένα.
Σαν το πεπρωμένο να ενεργοποίησε τους αδιόρατους μηχανισμούς του ο νεαρός και άνεργος Μπάρμπι μέλος της Χιτλερικής νεολαίας στρατολογείται από το «Ραντ» (ένα συνδικάτο του Ράιχ που είχε ως στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας) και σύντομα προωθείται στις υπηρεσίες πληροφοριών των Ες Ες.

Η δράση
Η ιδιότυπη «καριέρα» του που μόλις είχε αρχίσει τον φέρνει στο κατεχόμενο Άμστερνταμ μετά την κατάληψη της Ολλανδίας από τον Χίτλερ ενώ το 1942 στέλνεται στη γαλλική Ντιζόν και αμέσως μετά στη Λυών. Έχοντας δείξει τα χρόνια που μεσολάβησαν σπάνιες «αρετές» στη συλλογή πληροφοριών(με κάθε μέσο) ανταμείβεται με τη θέση του ηγέτη της τοπικής Γκεστάπο. Πλέον ο δρόμος για να συνδεθεί το δικό του όνομα με το όνομα της πόλης, μέσα από το φρικιαστικό του παρωνύμιο έχει ανοίξει διάπλατα.
Υπολογίζεται πως ο Μπάρμπι ήταν συνυπεύθυνος για το θάνατο 26 χιλιάδων Γαλλο-εβραίων κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του. Στον ίδιο αποδίδεται άλλωστε η σύλληψη αλλά και ο βασανισμός μέχρι θανάτου του κορυφαίου στελέχους της γαλλικής αντίστασης Ζαν Μουλέν το 1943. Σύμφωνα με μαρτυρίες ο ήρωας για τους συμπατριώτες του Μουλέν ξυλοκοπήθηκε από τον ίδιο το Μπάρμπι(που ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για αυτοκτονία) μέχρι που ξεψύχησε, χωρίς όμως να αποκαλύψει τίποτα. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Μέσα από τις λοιπές «εξαίρετες» πράξεις του ξεχωρίζει μία βραδινή αποστολή στη μικρή πόλη του Ιζέ που διατάχτηκε από τον ίδιο κι είχε ως αποτέλεσμα την αρπαγή από ένα ορφανοτροφείο περίπου 50 ανηλίκων Εβραίων και τη μεταφορά τους σε θαλάμους αερίων στο Άουσβιτς.
Οι ενέργειες του αυτές ήταν αρκετές ώστε να του απονείμει ο ίδιος ο Χίτλερ το παράσημο του Σιδερένιου Σταυρού που προαναφέραμε.

Μετα τον πόλεμο
Θα περίμενε κανείς πως με τη λήξη του πολέμου ο Κλάους θα ήταν από τους πρώτους που οι Σύμμαχοι θα έσπευδαν να συλλάβουν για να τον τιμωρήσουν για τα κριματά του. Όμως η πραγματικότητα πολλές φορές γελάει με ο,τιδήποτε αναμενόμενο. Ο ψυχρός πόλεμος είχε αρχίσει να απλώνει τα επικίνδυνα πλοκάμια του ανά την υφήλιο κι έτσι οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες θεώρησαν πως κάποιος τόσο ειδικευμένος στην ανάκριση και την αντικατασκοπία και τόσο αντικομουνιστής, θα ήταν κρίμα να πάει χαμένος σε μια απλή δίκη. Του ανέθεσαν λοιπόν τη δημιουργία ενός δικτύου πληροφοριών στην ευαίσθητη μεταπολεμική Γερμανία το οποίο οργάνωσε άριστα. Όμως κάποια στιγμή οι Γάλλοι ανακριτές που είχαν αναλάβει τις υποθέσεις των εγκληματιών πολέμου αντιλήφθηκαν την παρουσία του και ζήτησαν από τους Αμερικανούς την παράδοσή του. Το «ταλέντο» του τον έσωσε και αυτή τη φορά. Ο στρατός της μίας από τις δύο αναδυόμενες εκείνη την εποχή υπερδυνάμεις έκρινε πως ένας από τους κορυφαίους του πράκτορες παραήταν πολύτιμος για να παραδοθεί. Άμεσα εξασφάλισαν τόσο σε εκείνον όσο και στην οικογένειά του πλαστές ταυτότητες και έναν τρόπο διαφυγής προς τη Λατινική Αμερική, αυτό ήταν, ο Κλάους...Άλτμαν μόλις είχε γεννηθεί.
Το Λα Παζ της Βολιβίας έγινε ο νέος τόπος δράσης του. Κρυμμένος πίσω από το προφίλ ενός επιτυχημένου επιχειρηματία ο Άλτμαν πλέον, δεν άργησε να αποκτήσει επαφές με τους στρατηγούς που είχαν επιβάλλει δικτατορία στη χώρα και να τους παρέχει συμβουλές για θέματα «ασφαλείας». Ο τρόπος ζωής του μπορεί να χαρακτηριστεί αρκετά κοσμικός καθώς συχνάζει σε ακριβά εστιατόρια και καμπαρέ.

Το παρελθόν επιστρέφει
Παρ'ότι είχε καταδικαστεί σε θάνατο ερήμην από το 1954 ο Μπάρμπι φαινόταν πως είχε καταφέρει τελικά να σκεπάσει τα ίχνη του. Όμως το 1971 το ζεύγος Κλάρσφελντ, που ασχολούνταν με το κυνήγι όσων Ναζί είχαν διαφύγει, τον εντόπισαν και κινήθηκαν νομικά για την έκδοσή του. Ωστόσο αυτό δεν αποδείχτηκε και τόσο απλό. Για μια δεκαετία ο Μπάρμπι ισχυριζόταν πως δεν ήταν ο...Μπάρμπι αλλά ο Άλτμαν και παρά την παγκόσμια δημοσιότητα που είχε δει το θέμα η στρατιωτική κυβέρνηση της Βολιβίας του Χούγκο Μπάντζερ αρνείτο να τον παραδόσει στη Γαλλία. Ήταν η ανατροπή της και η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας το 1982 που σήμανε την αρχή του τέλους. Το Φλεβάρη του 1983 ο περιώνυμος «Χασάπης της Λυών» εκδόθηκε και οδηγήθηκε πίσω στη Γαλλία. Αυτή τη φορά δεν θα κατάφερνε να αποφύγει το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Η δίκη
Οι διαδικασίες που κινήθηκαν έκριναν απαραίτητη και μια προανάκριση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού που κράτησε για 5 μήνες και η οποία επιστεγάστηκε με μία έκθεση του αμερικανικού υπουργείου δικαιοσύνης που απλά «ζητούσε συγγνώμη για την καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης». Έστω κι αν αυτή η καθυστέρηση ήταν ένα διάστημα άνω των τριών δεκαετιών.
Τελικά το 1987 ο Μπάρμπι δικάστηκε και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.Συνολικά του απαγγέλθηκαν περίπου 340 κατηγορίες. Ο ίδιος αμετανόητος δήλωνε ξερά:«Δεν υπάρχουν εγκλήματα πολέμου, υπάρχουν πράξεις πολέμου. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν το καθήκον μου. Και χίλιες φορές να ξαναγιεννιόμουν πάλι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα ενεργούσα»..

Το τέλος
Ο επίλογος γράφτηκε το Σεπτέμβριο του 1991. Ο άλλωτε πανίσχυρος αξιωματικός άφησε ανήμπορος την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο των φυλακών Λυών, πόλης που 50 χρόνια πριν έτρεμε στο άκουσμα του ονοματός του. Εκείνη τη μέρα περίεργες σκιές εμφανίζονταν στους δρόμους του σύγχρονου αστικού κέντρου που πλέον είχε αφήσει οριστικά πίσω του τον εφιάλτη της κατοχής. Ίσως ήταν κάποιες από τις χιλιάδες ψυχές που επιτέλους έβρισκαν λύτρωση. Ίσως ήταν η μυθολογική Νέμεσις που κουνούσε τα φτερά γελώντας ειρωνικά με τη σειρά της. Ίσως και τα δύο...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου